μωρέ

μωρέ
μωρή (к женщине) επιφών. 1. (при обращении) ну, ты1, эй, ты1;

μωρέ πού πας; — эй, (ты), куда идёшь?;

2) (для выражения удивления):

μωρέ πώς μεγάλωσε! — какой он стал большой!, смотри, как он вырос!;

3) (перед именем при настойчивой просьбе):

μωρέ Νίκο πάμε να φύγουμε — Нико, ну давай же уйдём!;

§ μωρέ μπράβο! — ну и ну!; — ну и молодец!;

μωρέ, τί λέτε; — а) подумайте, о чём вы говорите!;

, б) как бы не так!

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μωρέ" в других словарях:

  • μωρέ — (Μ μωρέ) (κλητ. επιφών.) βλ. βρε …   Dictionary of Greek

  • μωρέ — επιφών., βρε (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μωρέ — μωρός dull masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μῶρε — μωρός dull masc voc sg μωρός dull masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρε — και μπρε και ωρε και μωρέ και ρε 1. (επιφώνημα) δηλώνει έκπληξη, θαυμασμό, απορία κ.λπ. για πράγματα ή γεγονότα ανέλπιστα («βρε!», «βρε, βρε», «βρε, κακό πού παθα») 2. (κλητικό) δηλώνει: α) περιφρόνηση («βρε παλιοτόμαρο») β) οικειότητα («βρε… …   Dictionary of Greek

  • Re — Re, bre, moré (with many variants) is an interjection common to the languages of the Balkans, Turkish, and Venetian, with its locus... more in the Greek world than elsewhere . [Eric Hamp, quoted in Joseph 1997] It is used in colloquial speech to… …   Wikipedia

  • μῶρ' — μῶρα , μωρός dull neut nom/voc/acc pl μῶρα , μωρός dull neut nom/voc/acc pl μῶρε , μωρός dull masc voc sg μῶρε , μωρός dull masc/fem voc sg μῶραι , μωρός dull fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Matthew 5:22 — is the twenty second verse of the fifth chapter of the Gospel of Matthew in the New Testament and is part of the Sermon on the Mount. It is the first of what have traditionally been known as the Antitheses, in which Jesus compares the current… …   Wikipedia

  • κρόνιος — I Προσωνυμία του Δία κατά την αρχαιότητα, που σχετίζεται με το όνομα του πατέρα του, του Κρόνου. Ο Δίας αποκαλείτο επίσης Κρονίδης. Κ. ονομαζόταν και ένας μήνας του ιωνικού μηνολογίου, περισσότερο γνωστός ως Κρονιών (βλ. λ. Κρόνια). II (2ος αι. π …   Dictionary of Greek

  • λέγω — και λέω (AM λέγω, Μ και λέω) 1. εκφράζομαι με τον προφορικό λόγο, ομιλώ, λαλώ (α. «ο καθένας είπε τις απόψεις του» β. «λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῡ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει», Θουκ. γ. «ἔλεξαν ὑπὲρ τῶν στρατηγῶν τάδε», Ξεν.) 2. φρονώ, νομίζω (α. «τί λες… …   Dictionary of Greek

  • μάτι — Το αισθητήριο όργανο της όρασης, με το οποίο γίνεται αντιληπτό το φως, το σχήμα και το χρώμα των φωτιζόμενων αντικειμένων. Ο άνθρωπος φέρει δύο οφθαλμικούς βολβούς, οι οποίοι καταλαμβάνουν τις οφθαλμικές κόγχες. Έχουν χαρακτηριστικό σφαιροειδές… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»